54
SHARES

Γράφει η Άννα Αναστασοπούλου

Σε όλα τα σπίτια η μέρα ξεκινάει στις 5-6-7 το πρωί, στο δικό μας ξεκινάει από τις 10:30 το βράδυ, όταν ο αρχηγός της φυλής, δηλαδή εγώ, με τα χρώματα του πολέμου ζωγραφισμένα στο πρόσωπο, αρχίζει να καλεί τα άτακτα πλήθη να πάνε στα κρεβάτια τους. Είναι μια ώρα δύσκολη γιατί εκεί που είσαι πτώμα από την κούραση και ελπίζεις σε μια ώρα ησυχίας, ηρεμίας και οργάνωσης της επόμενης μέρας, πρέπει να κάνεις τον κακό της παρέας. Παίρνω τη ρακέτα στα χέρια και ετοιμάζομαι να αποκρούσω όλες τις δικαιολογίες και τις γλύκες που οι παιδούλες -ενίοτε και τερατούλες-, έχουν έτοιμες από καιρό. Σα να γεννήθηκαν με τις δικαιολογίες στο στόμα ένα πράγμα. Μετά από συζητήσεις επί συζητήσεων και διάφορα «νόστιμα» κλισέ που όλες οι μάνες απαντάμε, πάνε στο δωμάτιο για ύπνο. Τάχαμου τάχαμου. Λες και δε ξέρω πως το ξενυχτάνε μιλώντας, για τουλάχιστον μια ώρα ακόμα, νομίζοντας πως εμείς, εκεί έξω, γεννηθήκαμε εχθές.

Eτοιμάζουν πρωινό και δώσ’ του κουβέντα, πολύ κουβέντα. Τα νέα του δημοτικού και του γυμνασίου της περιοχής μας σε τίτλους.

Ώρα 5:45 αχάραγα, από το μέσα δωμάτιο, ακούγεται ξυπνητήρι με τρελή ροκιά που δεν ταιριάζει καθόλου με τα πουλάκια και τα τρεχούμενα νερά που θα ήθελα να ακούσω για να ξυπνήσω. Σηκώνομαι με μαλλί ζούγκλα Αμαζονίου και με αυτοποιημένο σύστημα πηγαίνω προς τον τόπο του τρομοκρατικού χτυπήματος. Έχω δεν έχω ανοίξει ακόμα το μάτι μου, ίσως και να υπνοβατώ εντέλει, μπαίνω στο δωμάτιο των κοριτσιών με την απορία «γιατί έτσι νωρίς βρε παιδιά; Γιατί; Αφού το λεωφορείο θα περάσει στις οκτώ».

Μάταια προσπαθώ να συνεννοηθώ, τα κορίτσια με προσπερνούν σαν να μην υπάρχω, διαλέγουν ρούχα ανακατεύοντας, με άνεση, την ντουλάπα, ρίχνουν μια τελευταία ματιά στα βιβλία μονολογώντας το πρόγραμμα του σχολείου… α, και η μαμά εδώ… τι χαμπάρια μάνα; Τσίμπημα φιλικό στο μάγουλο. Η μάνα κάδρο τύπου Τζοκόντα.

Ήσυχα-ήσυχα παίρνω το δρόμο για την κουζίνα, ίσως ένας κόκκος καφέ να βοηθούσε την κατάσταση. Με το που βάζω το μπρίκι στη φωτιά τσουπ, να τες και οι πέρδικες. Φρέσκες φρέσκες, μες την καλή χαρά, έρχονται και μ’ αγκαλιάζουν, ετοιμάζουν πρωινό και δώσ’ του κουβέντα, πολύ κουβέντα. Τα νέα του δημοτικού και του γυμνασίου της περιοχής μας σε τίτλους. Μου υπενθυμίζουν το μ.σ (μετά σχολείου) πρόγραμμα μήπως και ξεχαστώ στη δουλειά και δεν γίνει το ντελίβερι τέκνων στην ώρα του. Τελευταία ερώτηση πριν κλείσει η πόρτα για να πάνε στη στάση: «τι θα φάμε το μεσημέρι;» Απάντηση δικιά μου: «ότι βγάλει η κατσαρόλα. Καλημέρα σας».

Φτιάχνω δεύτερο καφέ διότι υπάρχει και δεύτερος γύρος ξυπνήματος. Εκεί το ξυπνητήρι έχει άλλους ήχους, πιο ζεν. «Ζεν, ζεν, ζεν σέλω να σηκωσώ».

Μα πώς να σηκωθείς κουκλίτσα μου που έβλεπες ταινία μέχρι τις 3 το πρωί; Μετά από πολλά κλεισίματα ξυπνητηριού σηκώνεται, ντύνεται και φεύγει για τη δουλειά με μια σκέτη καλημέρα.

Ώρα 6:00 μ.μ, επιστροφή σπίτι αφήνω τσάντα, παίρνω παιδί, το τσεκάρω αν είναι το σωστό.

Αχ κοπελιά, δεν είμαι η κόρη του Ωνάση αλλά του Θανάση. Και αφού το σπίτι έχει αδειάσει συνεχίζω το πρόγραμμα με αμείωτο ενδιαφέρον. Ανοίγω παράθυρα, λέω ένα μπονζούρ στον καθρέφτη, διότι τώρα ξύπνησα, βάζω κρέμα προσώπου, #γιατηρυτιδαρεγαμωτο#, λέω κι ένα φτούσου κοριτσάρα μου και φεύγω από το είδωλο.

Κουζίνα, φαγητό για το μεσημέρι, πλυντήριο ρούχων, ένα την ημέρα απαραίτητα, συμμάζεμα σαλονιού, κλεφτή ματιά στο ημερήσιο πρόγραμμα και βουρ για τη δουλειά.

Άγονη γραμμή εδώ που μένω, για 7,5 χιλιόμετρα παίρνω 2 λεωφορεία, το καλό είναι πως αν κάποιο δεν το προλάβω ρίχνω περπάτημα έτσι για το fitness της υπόθεσης.

Ώρα 6:00 μ.μ, επιστροφή σπίτι αφήνω τσάντα, παίρνω παιδί, το τσεκάρω αν είναι το σωστό, κάνω ερώτηση-κλειδί για να χαράξω στο GPS του μυαλού μου το που πάμε. Αφήνω παιδί, πάω σούπερ μάρκετ, κάνω ψώνια και ζητάω ντελίβερι (ντεν έκω αυτοκίνητο καρντιά μου). Επιστροφή.

Για μια ώρα, ο καθένας στο χώρο του και κατά τις εννιά συναντιόμαστε στο γνωστό μέρος, στο τραπέζι. Όλοι θέλουν να πουν κάτι από τη μέρα τους. Χάβρα. Μοιράζω νουμεράκια σαν να είμαστε στα τυριά. Πολλά τα νέα, τι να πρωτοεπεξεργαστεί ο εγκέφαλος. Τους πελάτες που έχουν πάντα δίκιο; Τη δασκάλα που προσπαθεί να φέρει σε λογαριασμό 15 εγωισμούς; Τους καθηγητές, άμοιροι κι αυτοί, να κυνηγάνε τις δίποδες ορμόνες της εφηβείας;

Άλλοι θέλουν λύσεις, άλλοι θέλουν παρηγοριά, άλλοι θέλουν στοργή και προδέρμ. Κι εγώ, κι εγώ ρε παιδιά; Και μένα μάνα με γέννησε. Και…και….και έχει πάει 10:30 το βράδυ και «μήπως να πηγαίνατε στα κρεβάτια σας;».

Και τώρα που σας μιλάω αιωρούμαι στο σαλόνι με τον πορτοκαλί χιτώνα μου και προσεύχομαι μετρώντας κόμπους στο κομποσκοίνι μου. Ωμμμμμμμμ Ωμμμμμμ Ωμμμμμμμ...

 

TAGS