56
SHARES

«Σκοπός μου είναι να μη σοκάρω» δηλώνει ο Ζαν Πολ Γκωτιέ, ο Γάλλος σχεδιαστής μόδας που έντυσε τους άντρες με φούστες και τις γυναίκες με βινύλ κορσέδες. Σύγχρονος ιμπρεσιονιστής, διανοούμενος της πιάτσας, προπορευόμενος της εποχής του, προβοκάτορας.

Η έκθεση/ρετροσπεκτίβα “The Fashion World of Jean Paul Gaultier: From the Sidewalk to the Catwalk”, το 2014, ήταν αφιερωμένη στα 30 χρόνια της φαντεζί πορείας του. Το Brooklyn Museum της Νέας Υόρκης, ξεχείλισε από κόσμο αποδεικνύοντας ότι το προσωνύμιο enfant terrible που του έχουν δώσει τα μίντια της πατρίδας του τού ταιριάζει γάντι, αλλά δεν είναι ικανό να αποδώσει το μέγεθος του ανδρός. Του ευυπόληπτου μεσιέ Γκωτιέ.

Ο Ζαν Πολ και οι Ελληνίδες μοντέλα στην επίδειξη μόδας φιλανθρωπικού χαρακτήρα στο Μουσείο Μπενάκη, πριν λίγες μέρες.
Από την έκθεση/ρετροσπεκτίβα “The Fashion World of Jean Paul Gaultier: From the Sidewalk to the Catwalk”, το 2014.

«Βλέπεις, το μόνο που ήθελα σαν παιδάκι ήταν μια κούκλα να την ντύνω αλλά οι γονείς μου ήταν εντελώς αρνητικοί, πίστευαν στο στερεότυπο, ότι οι κούκλες είναι για τα κορίτσια. Έτσι, αντί για κούκλα, έφτιαξα το πρώτο τραβεστί αρκουδάκι» δηλώνει ο Ζαν Πολ Γκωτιέ στο λονδρέζικο περιοδικό Dazed and Confused απαντώντας με τον πιο εύτολμο τρόπο στην ερώτηση του δημοσιογράφου «πως ξεκίνησαν όλα;». Στην εφηβεία του, κατόπιν, ο Γκωτιέ αλλαξοπίστησε και ονειρευόταν να γίνει ζαχαροπλάστης ή να φτιάχνει τα κοστούμια για τα μπαλέτα Folies Bergere, μέχρι που είδε την ασπρόμαυρη, κινηματογραφική ταινία του 1945 Falbalas, όπου σύμφωνα με το άδοξο love story του σεναρίου ένας μόδιστρος ερωτεύεται την μούσα και σύντροφο του καλύτερού του φίλου. «Κάθε φορά που βλέπω αυτή την ταινία κλαίω. Όταν αρκετά χρόνια μετά συνάντησα στα 91 της πλέον την πρωταγωνίστρια της ταινίας, Micheline Presle, και της είπα ότι εξαιτίας της έγινα σχεδιαστής, για να έχω κι εγώ μία μούσα μου είπε ότι ο σκηνοθέτης Ζακ Μπέκερ ήταν φίλα διακείμενος της μόδας και προσωπικός φίλος του Marcel Rochas, ο οποίος είχε κάνει και τα ρούχα της ταινίας».

Με την άλλη μεγάλη του αγάπη, την Γαλλίδα ηθοποιό Κατρίν Ντενέβ.

Κοπιάροντας το ίνδαλμά του ο Γκωτιέ, το 1989, καταξιωμένος πια πρωτοπόρος της μόδας, υπογράφει τα κοστούμια της ταινίας του Πίτερ Γκριναγουέι “Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του και ο εραστής της” ενισχύοντας την ήδη καλοχτισμένη εικόνα αυτής της επικής, μαύρης κωμωδίας καθώς και τα κοστούμια των “Η πόλη των χαμένων παιδιών” (1995) και “Το 5ο Στοιχείο” (1997) αλλά και πολλών ακόμα ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Αυτό που τον έκανε ξακουστό στα πέρατα του κόσμου όμως ήταν το κωνικό σουτιέν –εφάμιλλης διασημότητας με τις δύο πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου της Αιγύπτου- που σχεδίασε για την τουρνέ της Μαντόνα Blond Ambition. Η Μαντόνα έμελε να γίνει και η περιπόθητη μούσα του, αφού την έντυσε και την “έγδυσε” με τις αποκαλυπτικές δημιουργίες του πολλές φορές έκτοτε.

Αυτό που τον έκανε ξακουστό στα πέρατα του κόσμου όμως ήταν το κωνικό σουτιέν –εφάμιλλης διασημότητας με τις δύο πυραμίδες του Χέοπα και του Χεφρήνου της Αιγύπτου- που σχεδίασε για την τουρνέ της Μαντόνα Blond Ambition.
Δημιουργία του Γάλλου μόδιστρου από την επίδειξη μόδας στο Μουσείο Μπενάκη.

«Την πρώτη φορά που είδα την Μαντόνα ήταν στο βίντεο του τραγουδιού “Holiday” το 1983 και σκέφτηκα ότι είναι σίγουρα Αγγλίδα γιατί καμία Αμερικάνα δεν θα ήταν έτσι ντυμένη. Το στιλ της ήταν πολύ κοντά στα δικά μου μέτρα, ήταν αρκετά underground αλλά και glamorous. Όταν αργότερα την είδα σε ένα άλλο βίντεο κλιπ να φοράει έναν μαύρο κορσέ του οίκου Frederick’s of Hollywood πείσμωσα, “γιατί δεν ζήτησε από μένα να της φτιάξω τον κορσέ;” σκέφτηκα. Έτσι σε ένα πάρτι που συναντηθήκαμε λίγο καιρό μετά της έδειξα κάποια σκίτσα που είχα φτιάξει αποκλειστικά για αυτήν. Ένα χρόνο αργότερα, πάνω στη φούρια κάποιου από τα σόου μου, ένας βοηθός μου φώναξε “η Μαντόνα σε πήρε τηλέφωνο και είπε να την καλέσεις μόλις ξεμπλέξεις”. Πιστεύοντας ότι μου κάνουν πλάκα είπα “ναι, καλά”. Αποδείχθηκε ότι δεν ήταν πλάκα αλλά μία από τις ισχυρότερες συνεργασίες της καριέρας μου». Έτσι περιγράφει ο Γκωτιέ την «ερωτική» σχέση του με το θηλυκό λεβιάθαν της ποπ.

Αγκαζέ με το μοντέλο Κοκό Ροσά.

Στην ερώτηση της Κρίστιν Άντερσον του ηλεκτρονικού Style.com «προς τι οι αρχικοί δισταγμοί ως προς το να γίνει η έκθεση;» ο Ζαν Πολ απαντά ελαχιστοποιώντας τις αντιστάσεις ότι οι εκθέσεις είναι για τους νεκρούς. Τιμής ένεκεν. «Μετά από την συνάντησή μου όμως με την ομάδα του μουσείου σκέφτηκα “α, ίσως τελικά γίνει κάτι για τους ζωντανούς”. Είναι μία νέα περιπέτεια για μένα, δεν πρόκειται για μία στατική έκθεση κάποιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. Δεν θα ταξινομήσω τη δουλειά μου βάση χρώματος ή χρονιάς. Προτίμησα να συνθέσω ένα μπουκέτο εμμονών, αταξινόμητο και άναρχο».

Όλοι οι ταλαντούχοι άνθρωποι σε οδηγούν σε ένα placebo οικειότητας. Γιατί το έργο τους το αγαπάς ισόβια, ζεις μαζί του με έναν αιθέριο τρόπο. Το ίδιο ισχύει και με τον Ζαν Πολ. Οι υπερκλασάτες μαρινιέρες του ο Ζαν Πολ είναι πασιφανώς και με το μέρος μας.«Οι γυναίκες μπορεί να συνδυάσουν μυαλό και ομορφιά, ξέρεις. Αλλά οι άντρες με όλα αυτά τα γνωρίσματα της αρρενωπότητας όπως τα λεφτά και την εξουσία, φαντάζουν πολύ σαχλοί. Έτσι αποφάσισα να φτιάξω unisex ρούχα» δηλώνει και λαμβάνει το dous points του πλανήτη σύσσωμου, μοδάτων και μη.

«Οι γυναίκες μπορεί να συνδυάσουν μυαλό και ομορφιά, ξέρεις. Αλλά οι άντρες με όλα αυτά τα γνωρίσματα της αρρενωπότητας όπως τα λεφτά και την εξουσία, φαντάζουν πολύ σαχλοί. Έτσι αποφάσισα να φτιάξω unisex ρούχα».
TAGS